Ιερά Εξέταση

(Ιnquisitio). Εκκλησιαστικό δικαστήριο που ιδρύθηκε μεταξύ 12ου και 13ου αι., με σκοπό να καταπολεμήσει τις αιρέσεις. Παλαιότερο προηγούμενο τέτοιου θεσμού μπορούν να θεωρηθούν οι διατάξεις των αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου κατά των Μανιχαίων και των άλλων αιρετικών των παλαιοχριστιανικών αιώνων, τις οποίες εφάρμοζαν αρχικά τα πολιτικά δικαστήρια και ύστερα οι επίσκοποι. Όμως, ο πάπας Γρηγόριος Θ’ ίδρυσε μόνιμα δικαστήρια με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’ σε διάφορες χώρες της Ευρώπης την περίοδο 1231-35, στα οποία προέδρευαν ιεροεξεταστές – στην αρχή μόνο δομινικανοί. Σκοπός τους ήταν να ανακαλύψουν και να δικάσουν τους αιρετικούς. Εκτός από την περίπτωση κατά την οποία ο αιρετικός παρουσιαζόταν αυθόρμητα μπροστά στην Ι.Ε. –οπότε μπορούσε να επιτύχει τη συγχώρεση– οποιοσδήποτε καταγγελλόταν ως τέτοιος είτε από την κοινή γνώμη είτε από μάρτυρες είτε πολλές φορές ύστερα από μυστική καταγγελία, προσαγόταν μπροστά στον ιεροεξεταστή και υποβαλλόταν σε ανάκριση. Αν δεν δεχόταν την κατηγορία, οι ιεροεξεταστές προσπαθούσαν να αποσπάσουν ομολογία με ποικίλα μέσα, από τη φυλάκιση έως τα βασανιστήρια, που καθιερώθηκαν ως ανακριτικό μέσο από τον πάπα Ινοκέντιο Δ’ το 1252 με τη βούλα Ad extirpanda·αργότερα, τα ενέκριναν και οι πάπες Αλέξανδρος Δ’ (1259) και Κλήμης Δ’ (1265). Ο κατηγορούμενος που θα άντεχε στα βασανιστήρια χωρίς να προβεί σε καμία ομολογία αθωωνόταν σχεδόν πάντοτε, τουλάχιστον από τις βαρύτερες κατηγορίες. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ιεροεξεταστής εξέδιδε την καταδικαστική απόφαση αφού άκουγε την ετυμηγορία ενός είδους δικαστηρίου ενόρκων από χρηστούς άνδρες (probi viri). Κατά τα μέσα του 13ου αι., η Ι.Ε. είχε εγκατασταθεί σχεδόν σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Μόνες εξαιρέσεις αποτέλεσαν η Αγγλία (υπήρξαν μόνο ελάχιστες και σποραδικές εμφανίσεις) και οι βαλκανικές χώρες, που αντιτάχθηκαν στις αλλεπάλληλες απόπειρες του πάπα Βονιφάτιου Η’ το 1298 και του Ιωάννη ΚΒ’ το 1323. Από τα μέσα του 14ου και τις αρχές του 15ου αι. το έργο της Ι.E. άρχισε να εξασθενεί σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, ώσπου σχεδόν σταμάτησε. Τότε όμως επανεμφανίστηκε –με ορμή και σκληρότητα χωρίς προηγούμενο– στην Ισπανία, όπου δεν άργησε να μεταβληθεί σε ένα τρομερό πολιτικό όργανο στα χέρια των καθολικότατων βασιλέων. Το 1483, ο πάπας Σίξτος Δ’ εξουσιοδότησε τους ηγεμόνες της Ισπανίας να ονομάσουν γενικό ιεροεξεταστή έναν Ισπανό ιεράρχη. Η δικαιοδοσία του απλώθηκε στην Καστίλη και Λεόν, στην Αραγονία, στην Καταλονία και στη Βαλένθια. Πρώτος μέγας ιεροεξεταστής ονομάστηκε ο Τομάς δε Τορκεμάδα (Θωμάς Τορκουεμάδας), εξομολογητής της βασίλισσας Ισαβέλλας· διηύθυνε τη δράση της Ι.E. με τόσο φανατισμό και τόση αυστηρότητα ώστε έγινε το θλιβερό σύμβολο του θεσμού αυτού. Το 1542 ο πάπας Παύλος Γ’, με τη βούλα Licet ad initio, ίδρυσε τη λεγόμενη Ρωμαϊκή Ι.Ε. που επέδειξε, τουλάχιστον στην αρχή, μετριοπάθεια. Σε αυτήν προσέφευγαν συχνά όσοι καταδικάζονταν στην Ισπανία. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του θεσμού αυτού ήταν ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας του, που δεν είχε όρια δικαιοδοσίας και δρούσε χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα επισκοπικά δικαστήρια. Από τα μέσα όμως περίπου του 17ου αι. η δραστηριότητα της Ρωμαϊκής Ι.E. περιορίστηκε περισσότερο σε ζητήματα καθαρά διοικητικά (βιβλία αντίθετα προς την πίστη, ιεροσυλίες, καταχρήσεις εξομολογήσεων, άδειες γάμου κλπ.), παρά σε κατηγορίες για αίρεση. Έτσι, συντελέστηκε σταδιακά μια ουσιαστική μεταμόρφωση. Σήμερα οι λειτουργίες του θεσμού αυτού έχουν αναληφθεί από το Sanctum Offlcium (Sant’ Uffίzio). Δεν συνέβη όμως το ίδιο με την ισπανική Ι.E., η οποία συνέχισε για μακρό ακόμα διάστημα το φρικαλέο έργο της. Το τελευταίο άουτο ντα φε (= πράξη πίστης), δηλαδή η τελευταία επίσημη καταδίκη αιρετικού σε θάνατο στην πυρά, έγινε το 1815 στο Μεξικό. Ο εσωτερικός θόλος της εκκλησίας του Σαν Ντομίνγκο στην Οαξάκα του Μεξικού, ένα από τα τελευταία δείγματα της καθοδηγημένης από τους ιεροεξεταστές αγιογραφικής τέχνης. Οι δομινικανοί έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη δραστηριότητα της Ιεράς Εξέτασης. Στη φωτογραφία, λεπτομέρεια του πίνακα «Ο άγιος Δομίνικος στο δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης» (Μουσείο Πράντο, Μαδρίτη).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξέταση — I Δοκιμασία ή σύνολο δοκιμασιών που αποβλέπουν στον έλεγχο των γνώσεων των μαθητών και στην απονομή ενός τίτλου σπουδών. Συναφής προς την ε. όρος είναι ο διαγωνισμός, αλλά οι δύο έννοιες διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους ως προς τον σκοπό, το… …   Dictionary of Greek

  • ιερός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ ἱερός, ά, όν και ἱερός, όν, Α ιων. και ποιητ. τ. ἱρός, ή, όν, δωρ. τ. ἱαρός, αιολ. τ. ἶρος και ἴαρος) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον θεό ή στη λατρεία του και γενικά στη θρησκεία, άγιος, όσιος (α. «ιερό ευαγγέλιο» β.… …   Dictionary of Greek

  • Ινοκέντιος — I Όνομα δεκατριών παπών της Ρώμης. 1. I. Α’ (; – 417). Πάπας της Ρώμης (401 417). Προσπάθησε να ισχυροποιήσει το κύρος της παπικής εξουσίας και να εξασφαλίσει την αναγνώριση των πρωτείων της. Αφόρισε τους διώκτες του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, παρά… …   Dictionary of Greek

  • Βραζιλία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας Έκταση: 8.547.404 τ.χλμ Πληθυσμός: 174.468.575 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Μπραζίλια (2.043.169 κάτ. το 2000)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τη Γαλλική Γουιάνα (ΒΑ), το Σουρινάμ,… …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης — I (Juan).Όνομα δύο βασιλιάδων της Αραγονίας. 1. I. A’ (1350 – 1395). Βασιλιάς της Αραγονίας (1387 95). Ήταν γιος του Πέτρου Δ’, που άφησε τη διακυβέρνηση του κράτους του στη σύζυγό του, Γιολάνδη. Ο Ι. Α’ προστάτευσε τις τέχνες και τα γράμματα,… …   Dictionary of Greek

  • αίρεση — Αρχικά ο όρος α. είχε φιλοσοφική και πολιτική σημασία και σήμαινε την προτίμηση που μπορούσε να έχει κανείς για μια ορισμένη φιλοσοφική διδασκαλία. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει μια φιλοσοφική σχολή, μια ομάδα ή κόμμα πολιτικό,… …   Dictionary of Greek

  • αντιμεταρρύθμιση — Αντί για τον όρο Α., με τον οποίο έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζεται η δράση που ανέπτυξε η Καθολική Εκκλησία στο δογματικό και πειθαρχικό πεδίο από τη σύνοδο του Τριδέντου (1545) και μετά για να ανακόψει την πρόοδο του προτεσταντισμού, μερικοί… …   Dictionary of Greek

  • εξωμοσία — Πανηγυρική πράξη κατά την οποία αποκηρύσσει κανείς με όρκο την προηγούμενη θρησκευτική πίστη του ή τη δογματική του θέση. Η ε. ως θρησκευτική πράξη του χριστιανισμού είναι γνωστή από τον 5o αι. Τότε, η Εκκλησία έκρινε σκόπιμο ότι για να δεχτεί… …   Dictionary of Greek

  • ιεροδικαστικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Ιερά Εξέταση 2. (για δικαστική ή αστυνομική ανάκριση) βίαιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιεροδικαστής. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Σκαρλάτου Βυζάντιου] …   Dictionary of Greek

  • ιεροεξεταστικός — ή, ό [ιεροεξεταστής] αυτός που αναφέρεται στην Ιερά Εξέταση ή στον ιεροεξεταστή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.